|
Από παλιούς συγχωριανούς μου που έζησαν .. δύσκολα και στερημένα χρόνια, άκουγα κατά καιρούς ιστορίες που αξίζουν προσοχής.. Ιστορίες για το πώς ζούσε τότε ο ελληνικός λαός, στη δεκαετία του 1960 και 1970, στο χωριό μας που απέχει από την πόλη-πρωτεύουσα του Νομού περίπου τριάντα χιλιόμετρα, και βρίσκεται σε πεδινή περιοχή και δίπλα είναι το κεφαλοχώρι της περιοχής Δεν μιλάμε δηλαδή για χωριό που βρίσκεται ...στη κορυφή κάποιου βουνού.
Περίπου εκατό οικογένειες ζούσαν τότε στο χωριό... με δύο έως τρία παιδιά η κάθε μια, ένα σύνολο τετρακοσίων περίπου κατοίκων. Τα σπίτια πετρόκτιστα και οι σκεπές με κεραμίδια, που το υποστήριγμα τους ήταν από πυλό και καλάμια ή σκεπές που ήταν φτιαγμένες μόνο από πυλό. Ηλεκτρικό ρεύμα ήταν εντελώς άγνωστη υπόθεση, άρα ξεχνάμε οποιαδήποτε σημερινή οικιακή συσκευή. Δίκτυο ύδρευσης δεν υπήρχε και έτσι η προμήθεια νερού γινόταν από τις κοντινές πηγές που υπήρχαν γύρω από το χωριό, και το κουβαλούσαν με τα σταμνιά οι γυναίκες και τα παιδιά κυρίως. Η ατυχία για τους χωριανούς ήταν ότι το χωριό είναι κτισμένο σε ύψωμα και οι πηγές ήταν στις ρίζες του λοφίσκου, οπότε όταν μεταφέρανε τα σταμνιά γεμάτα με νερό, ανέβαιναν έναν απαίσιο ανήφορο. Εννοείται ότι όλοι οι δρόμοι και ο επαρχιακός που περνούσε μέσα από το χωριό ήταν από χώμα και σε ορισμένες περιπτώσεις από ψηφίδα, με όλα τα επακόλουθα της σκόνης και της βρώμας. Κανόνες υγιεινής δεν υπήρχαν αφού το νερό για να μεταφερθεί στα σπίτια ήταν μια κοπιώδης προσπάθεια και χρησιμοποιούνταν μόνο για το μαγείρεμα και το πλύσιμο των πιάτων. Οι τουαλέτες.. όπου υπήρχαν.. ήταν σε απόμερο μέρος έξω από τα σπίτια... εστίες βρωμιάς και μολύνσεων. Τα ρούχα για πλύσιμο οι γυναίκες τα πήγαιναν σε μια στέρνα οχτακόσια περίπου μέτρα από το χωριό και εκεί τα έπλεναν κουβαλώντας τα είτε με τον ώμο τους, είτε με τα γαϊδούρια. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήταν αγρότες και η καλλιέργεια της γης γινόταν με μουλάρια και γαϊδούρια, με παντελή ανυπαρξία κάθε μηχανικού μέσου. Αλέτρι για το όργωμα και τσάπες για το σκάψιμο απαιτούσαν σκληρή και πολύ κοπιαστική προσπάθεια, που ο σκληραγωγημένος ανδρικός πληθυσμός έβγαζε σε πέρας με ιδρώτα και πολύ κόπο.
Οι γυναίκες πέραν της αγροτικής ...ενασχόλησης, έπρεπε σε αυτές τις συνθήκες να μαγειρεύουν στο τζάκι χειμώνα καλοκαίρι, να φροντίζουν τα παιδιά τους σε θέματα στοιχειώδους καθαριότητας, να σιδερώνουν τα ρούχα με το σίδερο της εποχής (αναμμένα κάρβουνα μέσα σε μια σιδερένια και βαριά κατασκευή, καμμιά σχέση με το ελαφρότατο σημερινό ηλεκτρικό σίδερο) και να ξυπνούν νωρίς την επόμενη μέρα για να ετοιμάσουν φαγητό για τη ημέρα στο τζάκι, τα παιδιά για το σχολείο, στον άνδρα τους καφέ κολατσιό και μεσημεριανό και σε ορισμένες περιπτώσεις να μεταφέρουν τα απαιτούμενα είδη στο χωράφι για να μαγειρέψουν εν μέσω εργασίας, όταν δεν προλάβαιναν το πρωί. Δεν υπήρχε δε ούτε τηλέφωνο. Υπήρχε όμως το ραδιόφωνο, αρχικά στα καφενεία του χωριού, που ήταν πέντε παρακαλώ και σιγά- σιγά έμπαινε και στα σπίτια των πιο εύπορων οικογενειών. Σε αυτό το περιβάλλον που δεν απέχει καθόλου από την πρωτόγονη κατάσταση, ζούσε τότε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής επαρχίας. Δύσκολα χρόνια, αντίξοες συνθήκες, αμέτρητες οικονομικές δυσκολίες. Σαράντα με πενήντα χρόνια πέρασαν και το χωριό μας δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα μέσα που διαθέτει ακόμη και η πρωτεύουσα της χώρας. Σαράντα με πενήντα χρόνια δεν είναι πολλά για να γίνουν τόσες αλλαγές. Χρειάστηκε αγώνας, μόχθος, σκληρή προσπάθεια. Εργάστηκε ο λαός αλλά είχε και τη συμπαράσταση του κράτους, της Νομαρχίας του Δήμου, της Κοινότητας. Σήμερα, ο λαός είναι ο ίδιος, εργάζεται, θέλει όμως και τη συμπαράσταση τη βοήθεια, και την καθοδήγηση του Κράτους, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, της Περιφέρειας, του Δήμου. Σήμερα, που τα πράγματα είναι δύσκολα, για να ξεφύγουμε από τη μιζέρια και να πετύχουμε αυτό που τη δεκαετία του '60 και ΄70 πέτυχε η ελληνική επαρχία. Έχουμε τα κότσια, είμαστε ικανοί, μπορούμε να τα καταφέρουμε! Χρόνια Πολλά με ευτυχία και θετική σκέψη!
Αλέξης Έλικας - Ο Γυρίζων… και Μυρίζων 12/2012

|