| 13 Ιανουαρίου 2010
Ήρθανε και στην Ελλάδα, επανδρώσανε μπαρ και ταβέρνες, γίνανε δεκανίκια σε παππούδες και γιαγιάδες, και λύσανε το πρόβλημα μαμάδων και μπαμπάδων… που θ’ αφήσω το σπλάχνο μου που δουλεύω απ’ το πρωί ως το βράδυ…
Όπου βρεθείς κι’ όπου σταθείς λοιπόν, ακούς… Ελληνικά, με το λάμδα άκρως χοντροκομμένο, και άκρως γοητευτικό συνάμα, αφού προφέρεται από χειλάκια.. ροδόσταμο.. Αντικρίζεις ξανθές ψηλοκάπουλες υπάρξεις να σε κοιτάζουν με τα πιο γαλανά μάτια του κόσμου..
Αν είσαι δε και άντρας.. την έκανες δικέ μου από κούπες!!! Έλειωσες σαν παγωτό στη ζέστα του καυτού της.. ήλιου στο πι και φι.
Σε διπλαρώνει η απείρου κάλλους ξενοφερμένη θηλυκή ύπαρξη, ανοιγοκλείνοντας τα μακριά της βλέφαρα εκατό φορές το δευτερόλεπτο, παραμυθιάζοντάς σε με την ιστορία της ζωής της την πονεμένη, που περιέχει τις περισσότερες φορές έναν.. ατυχή γάμο και κάποιο παιδί, αφημένο σε συγγενείς εκεί στην πατρίδα τους, που πρέπει να δουλέψει σκληρά για να το ζήσει.. Αλήθεια ή ψέματα, δεν το ψάχνεις και πολύ.. Σου φτάνει να την έχεις δίπλα σου και αναπνέεις το μεθυστικό άρωμά της. Σε κυκλώνει σιγά-σιγά μ’ αόρατα δίχτυα, και πριν καλά-καλά
«Σβετλάνα, μου ανάτρεψες τα πλάνα»… παρέα με το γνωστό και μη εξαιρετέο λαϊκό βάρδο.. Παντελή Αμπαζή, που έπιασε το νόημα ο μάγκας και τραγουδά τον καημό του Νεοέλληνα, βαρύ, ασήκωτο και κατασταλαγμένο.
Αν είσαι τώρα γυναίκα.. αλλάζει το πράγμα. Εμπιστεύεσαι το γαλανό, αθώο βλέμμα και το δάκρυ που κυλά μπόλικο-μπόλικο στο αφράτο, ροδαλό μαγουλάκι της μάγισσας εξ’ Ανατολών, της δίνεις δουλειά, για να λιγδώσει τ’ αντεράκι της και να βάλει πάνω της κάνα ρουχαλάκι της προκοπής και τη μπάζεις σπίτι σου… Ενίοτε δε το παίζεις και.. Πυγμαλίων τρομάρα σου και την τρέχεις σε ινστιτούτα καλλονής και σε κομμωτήρια να τη σουλουπώσεις λιγάκι.. Προσπαθείς πολύ. Βάζεις τα δυνατά σου για να κερδίσεις το στοίχημα με τον εαυτό σου και τις κολλητές σου… εγώ θα την κάνω κυρία αυτή την παρακατιανή, και τη μεταμορφώνεις σε Θεά!!! Βρε… δεν έκοβες καλύτερα το χέρι σου!!!
Χορταίνει που λες η δικιά σου, καρδαμώνει, κυκλοφορεί και ως μοντέλο πάνω κάτω στο σπίτι σου… δικό σου κατόρθωμα, και μίαν ωραίαν πρωίαν με.. ωράιον κάιρον, έτσι λέει ακόμα τον.. ωραίον καιρόν, αφού στο μάθημα των Ελληνικών δεν έχει.. τρακάρει ακόμη τους διφθόγγους, το έτερόν σου ήμισυ, σου ξεφουρνίζει το.. ερωτεύτηκα Τασία, τι να γίνει…
Ναι ναι… περί απειλής πρόκειται, μα θα τ’ αντιληφθεί αυτό λίγο αργότερα ο μέγας εραστής. Θα περάσουν τα πρώτα ρόδινα και θαρθούν τα σύννεφα της γκρίνιας να μαυρίσουν τον ιδανικά καθαρό ουρανό της συμβίωσής τους. Έτσι, θ’ αναγκαστεί να φέρει απ’ την μακρινή παγωμένη πατρίδα του δίμετρου μωρού που κονόμησε, και μάνα και πατέρα, κι’ αδέρφια και λοιπούς συγγενείς, ακουμπώντας… ποσόν όχι και τόσο ευκαταφρόνητο. Του τα τρώνε μέχρι… τρύπιας τσέπης, κι’ αν είναι τυχερός μένουν, αλλιώς ξυπνά μια νύχτα μόνος, απένταρος κι’ εγκαταλελειμμένος..
Ποιος φταίει για όλα αυτά;;;;
Αυτός; Άντρας είναι.. παρασύρθηκε.. θα πει η κοινωνία και θα του δώσει άφεση αμαρτιών..
Η εκάστοτε Σβετλάνα; Πεινασμένη ήτανε.. Πάτησε επί πτωμάτων για να επιβιώσει…. θα πει η λογική και θα της δώσει άφεση αμαρτιών.
Εσύ κατακαημένη μου Τασία; Είχες εμπιστοσύνη στην.. κολόνα του σπιτιού σου. Να μυρίσεις τα νύχια σου η γυναίκα, πως θα ροκανίσει την κολόνα σου το.. τρωκτικό εξ’ Ανατολών και θα γκρεμίσει το σπιτικό σου εν μία νυχτί.. θα πούμε όλοι πάλι και θα δώσουμε άφεση αμαρτιών και σε σένα που έβαλες τα χεράκια σου κι’ έβγαλες τα ματάκια σου.. βοήθειά σου..
Ακόμα κι’ ο παππούς, που προς χάριν μιάς χαριτωμένης αλλοδαπής πιτσιρίκας, ξεχνά παιδόγκονα, και μιά γιαγιά που στάθηκε δίπλα του.. αιώνες κι’ ανέχτηκε αγόγγυστα τις παραξενιές και τα καπρίτσια του. Ανάστησε τα νιάτα του το πρώτο δροσερό της χάδι. Τον ξανάκανε παιδί. Φόρεσε λοιπόν ευχαρίστως τις παρωπίδες που τούκανε δώρο και δεν είδε την πρόθεση, που μόνο φωτοστεφανωμένη δεν ήταν.. Δεν είδε τα κερατάκια του διαβολάκου. Του παράδωσε ψυχή, σώμα και περιουσία, που έγραψε στ’ όνομά της για να μην τη χάσει. Την έκανε κληρονόμο-αρπακτικό, που περιμένει πως και πως την τελευταία του μέρα.. για να ξεσκίσει τις σάρκες του.
«Σβετλάνα, μου ανάτρεψες τα πλάνα»..
λέει ο Παντελής, κι’ εγώ αλλάζω το ΜΟΥ με ένα ΜΑΣ χοντροκομμένο, μα διόλου γοητευτικό..
«Σβετλάνα , μας ανάτρεψες τα πλάνα»..
λέω κι’ επαγρυπνώ, ως γυναίκα σοφή που φυλάει τα ρούχα της για να τάχει όλα!!!!








